Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Η κυρία «Χαρμολύπη»


    Πριν από λίγο καιρό είχα πάει να επισκεφτώ την αγαπημένη μου θεία. Η θεία μου μένει σε ένα μικρό νησάκι του αργοσαρωνικού. Το καλοκαίρι το νησί είναι ένα όνειρο. Το χειμώνα όμως είναι σαν να πηγαίνεις στο χωριό. Και όχι σε κανα χωριό που σφύζει από ζωή, μιας και τα πιο πολλά μαγαζιά είναι κλειστά και ο περισσότερος κόσμος λείπει. Δεν έχει λοιπόν και πολλά πράγματα να κάνεις, εκτός από δουλειές του σπιτιού τις οποίες και έχεις τελειώσει και ως το απόγευμα που είναι η ώρα για καφεδάκι και χουζούρι δίπλα στο τζάκι. Το μόνο λοιπόν που συμβαίνει τα απογεύματα είναι αυτό που λέω εγώ η «μετακίνηση γυναικών». Κάθε απόγευμα στα σπίτια του νησιού κοπέλες και γυναίκες κάθε ηλικίας μαζεύονται για καφέ και κουσκούς.
    Ένα απόγευμα μας επισκέφτηκε για καφέ η κυρία Κατίνα. Μια συμπαθέστατη κυρία γύρω στα 60, με ξανθό καρέ μαλλί, ξασμένο στο φουλ (κλασική κόμμωση 70’s) και κοκάλινο σκελετό μυωπίας που κρεμόταν από το λαιμό με μια αλυσιδίτσα. Στο χέρι είχε καμιά δεκαπενταριά χρυσά βραχιόλια και στο λαιμό φορούσε ένα μενταγιόν με τη φωτογραφία του γιου τηςŸείχα ήδη πληροφορηθεί από τη θεία μου ότι χρόνια πριν είχε χάσει το μονάκριβο γιο της από μια δύσκολη ασθένεια και ποτέ δεν είχε συνέλθει εντελώς. Συνηθισμένη εγώ στα απογευματινά σουαρέ, ρώτησα αμέσως τι καφεδάκι να κάνω και αποχώρησα για να τα ετοιμάσω. Επέστρεψα μετά από λίγο, με τα τρία καφεδάκια και τα καθιερωμένα, τα ανεπανάληπτα, τα δεν-έχω-πιο-vintage-κεράσματα «πτι-φουρ», και πήρα θέση δίπλα στο τζάκι. Είχα πετύχει αρκετές φορές τέτοιους απογευματινούς καφέδες με φίλες ή γειτόνισσες της θείας μιας και την επισκεπτόμουν συχνά, και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχα πιάσει τον εαυτό μου να απολαμβάνει αυτούς τους ιδιόρρυθμους χαρακτήρες. Με την πρώτη κουβέντα κατάλαβα ότι το απόγευμα με την κυρία Κατίνα δεν θα ήταν ένα βαρετό απόγευμα.
    Η κυρία Κατίνα δίκαια κέρδισε τον τίτλο «Χαρμολύπη» μιας και πηδούσε όχι μόνο από το ένα θέμα στο άλλο, αλλά από τη χαρά στη λύπη με απίστευτη ταχύτητα και ευκολία. Πότε βούρκωνε γιατί της έλειπε ο γιος της, κοιτούσε το μενταγιόν και χάιδευε τη φωτογραφία, πότε μας εξιστορούσε γελώντας ιστορίες για το πόσο άτακτος ήταν ο γιος μικρός και πώς η ίδια τον κυνηγούσε όταν για να της ξεφύγει πηδούσε μάντρες. Οι δε εναλλαγές γίνονταν με απίστευτη ταχύτητα, από τη μια φιλοσοφικό σχόλιο για το εφήμερο της ζωής παρέα με τα−εμπνευσμένα−«τί είμαστε, τίποτα δεν είμαστε», και απότομη στροφή 180 μοιρών και σχόλιο για την γειτόνισσα που «ναι καλέ, τον άφησε τον άντρα της στα 42, και τώρα μένει με τον άλλο. Εμ, έτσι είναι αγάπη μου, άμα δεν την έχεις ικανοποιημένη τη γυναίκα, θα στην κάνει», ακολουθούμενο από γέλια.

Μετά το πρώτο μισάωρο του˗ακατάπαυστου˗μονολόγου της ζήτησε συγνώμη από τη θεία μου για την φλυαρία της και δικαιολογήθηκε λέγοντας πως οφειλόταν στο ότι δεν είχε πάρει το απογευματινό της lexotanil. Η θεία μου(αλάνι από τα λίγα), φυσικά προσφέρθηκε να της δώσει ένα. Ξέρετε, στα είκοσι οι κοπέλες ανταλλάζουν ρούχα, στα τριάντα ανταλλάζουν άντρες, στα σαράντα ανταλλάζουν κουτσομπολιά, ε, μετά τα εξήντα οι γυναίκες ανταλλάζουν μεταξύ τους χάπια. «Μου τέλειωσαν της πιέσεως» η μία, «Έλα έχω εγώ» η άλλη. «Α, αυτά παίρνεις; Εγώ παίρνω κάτι άλλα αλλά σιγά, δώσε τώρα ένα από αυτά».

Έτσι και η κυρία «Χαρμολύπη». «Αχ ναι, να’σαι καλά», της είπε, «δώσε μου μισό, μαζί όμως με λίγο κονιακάκι». Ορίστε; Ακόμη κι εμείς, που όσο να’ναι σαν νέοι τις έχουμε κάνει τις χαζομάρες μας, αυτό το ξέρουμε σαν απαράβατο κανόνα. Ποτέ χάπια με αλκοόλ. «Α, με συγχωρείς πολύ», της είπε κι η θειά μου, «ή κονιακάκι, ή χαπάκι. Διάλεξε.» «Μα γιατί γλυκιά μου;» απορούσε η κυρία «Χαρμολύπη» που δεν είχε καταλάβει τι συνέβαινε. «εγώ το βράδυ έτσι ηρεμώ. Lexotanil,γαλατάκι και…ουισκάκι. Μετά βάζω λίγο Πάριο στο κασετόφωνο, ακούω λίγη ώρα και μετά κοιμάμαι».
«Έτσι είναι», σκέφτηκα. Η χαρά και η λύπη εναλλάσσονται τόσο γρήγορα που δεν αρκεί ένα χάπι για να κατευνάσει τους πόνους μας. Όλα είναι τόσο δύσκολα πια που θέλεις κάτι βαρύ να σε ναρκώσει να σε κάνει να μη σκέφτεσαι αυτή τη ζωή τη γεμάτη απώλειες, τη γεμάτη πόνο. Κι αν μισό lexotanil παρέα με λίγο κονιάκ(και φυσικά Πάριο!!!) είναι ότι χρειάζεται για να χαμογελάσει μια γυναίκα στα εξήντα που νιώθει τόσο μόνη και θλιμένη, ε, εντάξει, ίσως να μην είναι και τόσο κακό…

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

«Το Φιλί»




Δε θα πω πόσο χρονών είμαι αλλά ότι πρόσφατα μπήκα στο ηλικιακό target group 25-44. Το ‘καθέκαστο’ πάλι, ετοιμαζόταν να «περάσει» στο επόμενο target group! Σκεφτόμουν επομένως, έχοντας στο μυαλό ότι το σεξουαλικό peak ενός άντρα είναι στα 20, ενώ μιας γυναίκας στα 35, πως το φιλί με έναν σχεδόν «μεσήλικα» δε θα ήταν και φουλ έξτρα συγκλονιστικό. Αξιόλογο μεν αλλά όχι συγκλονιστικό. Το φανταζόμουν ήπιο, μεστό, ρομαντικό, αισθησιακό αλλά όχι και παθιάρικο. Δήλωση πρώτη: άμα δε δεις(και δε δοκιμάσεις) στον τομέα φιλί, μη βγάζεις συμπεράσματα.
  Το ποθούσα όμως πολύ το ‘καθέκαστο’ ως εκ τούτου έπρεπε να δω στην πράξη. Να’μαι λοιπόν σε ένα πολύ ρομαντικό χειμωνιάτικο σκηνικό εγώ και το ‘καθέκαστο’, παρέα με αναμμένο τζάκι και κρασί. Το ‘καθέκαστο’ ψηλό, μελαχρινό, αρρενωπό, φουλ γοητεία δηλαδή αλλά με λίγα κιλάκια στο στομαχάκι, ένα μικρούλι προγούλι, λίγες γκρίζες τριχούλες. Οκ, το τελευταίο το παίρνω πίσω ήταν όντως γοητεία! Γι’αυτό και όταν με βούτηξε να με φιλήσει εγώ…ανταποκρίθηκα φουλ έξτρα!
Δήλωση δεύτερη: το ξέρετε ότι κάθε γενιά φιλάει διαφορετικά? Όχι? Επιτρέψτε μου να έχω άποψη στο θέμα. Ένας 20άρης φιλάει φουλ κινηματογραφικά. Έχει δει τόσο Hollywood που τα φιλιά του είναι σαν αυτά στις «σύγχρονες» ταινίεςŸπλησιάζει και με τα χείλη ακουμπά το πάνω χείλος πιέζοντας ελαφρά. Αυτά στο πρώτο φιλί. Στο επόμενο το «γαλλικό» τον πρώτο ρόλο έχει η γλώσσα, τα φιλιά όμως δεν παύουν να έχουν παύσεις, ρυθμό και σωστή διάρκεια. Τα χέρια σε κρατούν από τα μάγουλα, το πρόσωπο στρέφεται ανά διαστήματα πότε δεξιά, πότε αριστερά(επηρεασμένο από το Hollywood και τα παιχνίδια της κινηματογραφικής κάμερας).
   Το φιλί ενός 30άρη είναι λιγότερο κινηματογραφικό αλλά όχι και καθόλου. Και ο 30άρης είναι μια γενιά που έχει μεγαλώσει με Hollywood, έχει δει όμως περισσότερες(και ίσως πιο ποιοτικές) τσόντες, το έχει δουλέψει και λίγο λόγω εμπειρίας, και έχει ένα φιλί που συνήθως ξέρει πώς να το δώσει. Ξέρει επίσης πώς να σε βουτήξει, και πώς να σε κάνει να το ζητάς. Έχει δώσει και λάβει αρκετά φιλιά για να ξεχωρίζει την κάθε περίσταση, και πάνω απ’όλα, ξέρει να χαλιναγωγεί το πάθος ή να το εκτοξεύει.
   Και φτάνουμε στο φιλί του 40άρη. Ο 40άρης παρ’όλο που νομίζετε ότι είναι ο πιο ώριμος στον τομέα του φιλιού είναι ο πιο πίσω. Γιατί η δική του η γενιά δεν είχε εύκολα πρότυπα. Οκ, είχε την «Καζαμπλάνκα» αλλά αυτά τα ψεύτικα φιλιά, όπου δύο ακίνητα ζευγάρια χειλιών πιέζονταν το ένα πάνω στο άλλο, ενώ την περισσότερη ώρα κρύβονταν από το κεφάλι του πρωταγωνιστή, νομίζω ότι συμφωνούμε όλοι ότι μόνο κακό έκαναν στην λαγνεία των 40άρηδων. Διότι το φιλί ενός 40άρη, δεν έχει τίποτα από το αποκαλούμενο, πολλάκις αναζητούμενο, ‘στυλ’. Και αν μία γυναίκα επίσης στα 40 της δεν ενοχλείται και το απολαμβάνει, γιατί ανταποκρίνεται στα δικά της πρότυπα, δε συμβαίνει το ίδιο και με τις νεότερες γενιές. Το φιλί ενός 40άρη είναι λίγο σαν την «Καζαμπλάνκα» στην αρχή. Θα σε σφίξει από τα μπράτσα και θα πιέσει τα χείλη(ερμητικά κλειστά) στα δικά σου. Στο επόμενο φιλί, το στόμα θα ανοίξει εντελώς με εσένα να ανταποκρίνεσαι με ένα αδιόρατο φόβο αν θα σε καταπιεί ή αν θα πνιγείς.
    Αναμφισβήτητα υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά η δική μου περίπτωση αποτέλεσε τον κανόνα. Εγώ να έχω μεγαλώσει με ρομαντικές κομεντί και εκείνος με την «Καζαμπλάνκα». Φαίνεται όμως ότι το ‘καθέκαστο’ το κατάλαβε γιατί μετά από δύο τρία φιλιά μου δήλωσε ότι ένιωθε πως είχε ξεχάσει να φιλάει(άκου δήλωση κι αυτή!!-τελικά μόνο το ποδήλατο δεν ξεχνάς ποτέ!!!!)


Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

2011 reasons...

Ήρθε και το 2011...

πριν απο 10 χρόνια ήμουν ακόμη μαθήτρια και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα είναι άραγε η ζωή μου. Σίγουρα δεν την περίμενα έτσι 10 χρόνια μετά. Τώρα, με βρίσκω να αναρωτιέμαι αν/πώς μεγάλωσα, να δυσκολεύομαι να ισορροπήσω μέσα σε ένα κόσμο που κυβερνάται από χάος και να προσπαθώ να μείνω πιστή σε εκείνο το κορίτσι που πίστευε στην καλοσύνη και στην ευγένεια των ανθρώπων. Ε εντάξει κι ας μην κατακτήσαμε την επιτυχία. Την ευτυχία έστω? 'Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας'-έχει πει ο Pablo Neruda. Ενάντια λοιπόν σε όλα τα προγνωστικά που λένε ότι θα ζήσουμε ζοφερούς οικονομικά και ηθικά καιρούς, καλωσορίζω το 2011 με ένα κείμενο για τον έρωτα όπως πίστευα τότε ότι θα έπρεπε να είναι και όπως (ευτυχώς) πιστεύω ακόμη ότι είναι....


"Θέλω να σ'αγαπώ, να σε αγγίζω, να σε χαϊδεύω, να σου μιλάω, να σε φιλάω, να σε φροντίζω, να σε μαλώνω όταν ξεχνάς να μου λες πως σου λείπω, όταν χάνεις την εμπιστοσύνη στον εαυτό σου, όταν δεν ντύνεσαι ζεστά, θέλω να σου μαγειρεύω κι εσύ να δοκιμάζεις τις βλακείες μαγειρικές μου και να τις βρίσκεις υπέροχες, θέλω να πηγαίνουμε βόλτες και να περπατάμε αγκαλιά για ώρες, να μη μιλάμε και να σκεφτόμαστε το ίδιο, να με κοιτάς και να λιώνω, να νιώθω πως γεμίζεις την ψυχή μου, θέλω να ξυπνάμε τις Κυριακές και να πίνουμε καφέ αγκαλιά στον καναπέ, θέλω να ηρεμώ τους φόβους σου, θέλω να με καθησυχάζεις όταν θυμώνω που δε μου λες πως με σκέφτεσαι, θέλω να νιώθεις ελεύθερος, θέλω να ξέρεις πως σε αυτό τον κόσμο τον μελαγχολικό θα χαμογελάω πάντα όταν σε σκέφτομαι, θέλω ο κόσμος μου να είσαι εσύ, θέλω να γυρνάς απ'τη δουλειά και με ένα φιλί μου να ξεχνάς τα πάντα, θέλω να κάνουμε όνειρα και να μη μας νοιάζει αν γίνουν ποτέ πραγματικότητα, θέλω να μου ψιθυρίζεις ερωτόλογα στ’αυτί και να με αναστατώνεις, θέλω να βλέπεις πως σε θαυμάζω, θέλω να νιώθεις πως μπορείς να μου πεις τα πάντα, θέλω να σε κάνω να ξεχνάς τον κόσμο γύρω σου, θέλω να με ξυπνάς τη νύχτα για να με φιλήσεις, θέλω τα καλοκαίρια να μου δίνεις φιλιά με γεύση παγωτού, θέλω να κάνουμε έρωτα για ώρες, θέλω να σου θυμίζω να είσαι ευτυχισμένος και να μου λες ευτυχισμένο με κάνεις εσύ, θέλω να σε κάνω να νιώθεις «γεμάτος», θέλω να με κοιτάς και με ένα βλέμμα μου να καταλαβαίνεις τι σκέφτομαι, θέλω να είμαι εγώ για σένα και εσύ για μένα, θέλω να συμπληρώνω τα κενά σου και εσύ τα δικά μου, θέλω να αγαπώ τα ελαττώματά σου και εσύ τα δικά μου,  θέλω να μου δίνεις πεταχτά φιλιά στο αμάξι όταν περιμένουμε στο κόκκινο φανάρι, θέλω να με παίρνεις τηλέφωνο και να μου αφιερώνεις τραγούδια, θέλω να νιώθεις πως όσο έχεις εμένα μπορείς να κάνεις τα πάντα, θέλω να μην μας νοιάζει πια το παρελθόν αλλά μόνο το τώρα, θέλω όταν βγαίνουμε έξω να παραγγέλνεις για μένα γιατί θα ξέρεις ακριβώς τι θέλω, να σου λέω σ'αγαπώ και να μου λες εγώ πιο πολύ, θέλω να μου πιάνεις το χέρι όταν περπατάμε, θέλω να μεθάμε με κόκκινο κρασί και μετά να κάνουμε έρωτα σαν τρελοί, θέλω να χαίρεσαι με τις βλακείες δώρα που σου παίρνω, θέλω να με θέλεις συνέχεια, θέλω να ταξιδεύουμε και να μαθαίνουμε πως είναι η  ζωή αλλού, θέλω να κοιμόμαστε αγκαλιά και να νιώθω την καρδιά σου να χτυπάει, θέλω να με φιλάς στο λαιμό και να ζαλίζομαι, θέλω να ξυπνάω το πρωί και να μη σηκώνομαι απ’το κρεβάτι αν δε σηκωθείς και συ, θέλω να μ'αγαπάς..."



Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Γιατί να μην Φταρνιστείς;

Γιατί να μην Φταρνιστείς;



    Ένα απόγευμα στα μέσα του 1921, η Katherine Dreier ζήτησε από τον φίλο της και καλλιτέχνη Marcel Duchamp να δημιουργήσει με απόλυτη ελευθερία οτιδήποτε ήθελε, για να το κάνει δώρο στην αδερφή της για το γάμο της. Και ο Marcel Duchamp, αυτός ο εκκεντρικός, ανατρεπτικός αλλά και ιδιοφυής καλλιτέχνης, έφτιαξε τον…Έρωτα! Ή καλύτερα, ένα παλιό κλουβί γεμάτο μαρμάρινους κύβους που έμοιαζαν σαν φτιαγμένοι από ζάχαρη, ένα θερμόμετρο και ένα κόκαλο σουπιάς. Στη βάση του κλουβιού έγραψε τη φράση ‘γιατί να μη φταρνιστείς’ καθώς και ένα από τα ψευδώνυμά του το ‘Rose Selavy’. Το δημιούργημα αναπόφευκτα δεν είχε μεγάλη επιτυχία.  Η Doreothea το επέστρεψε στην αδερφή της και εκείνη το ξεφορτώθηκε με την πρώτη ευκαιρία πουλώντας λίγα χρόνια μετά σε έναν από τους συλλέκτες του Duchamp. Από τότε λίγοι το είδαν και ακόμη λιγότεροι το κατάλαβαν. Οι περισσότεροι σκέφτηκαν πως αφενός ήταν δύσκολο στην κατανόησή του, αφετέρου πολύ περίεργο για να μην έχει και κανένα νόημα. Ο Duchamp από τη μεριά του δε βοήθησε με εξηγήσεις, λέγοντας μόνο πως « αυτό το μικρό κλουβάκι είναι γεμάτο με κύβους ζάχαρης….αλλά κύβους ζάχαρης που είναι φτιαγμένοι από μάρμαρο και όταν πάει κανείς να τους σηκώσει, ξαφνιάζεται από το απρόσμενο βάρος. Και υπάρχει φυσικά  το θερμόμετρο για να καταγράφει την θερμοκρασία του μαρμάρου και το κόκαλο σουπιάς για να επισημαίνει την ματαιότητα της ελευθερίας.»
   Όλο το απόγευμα κοιτάω εικόνες αυτού του readymade του Duchamp και σκέφτομαι πως είχε απόλυτο δίκιο! Κάπως έτσι είναι ο έρωτας! Ένα κλουβί που, μολονότι σου δίνει την αίσθηση ελευθερίας, σε κρατάει δεμένο στα συναισθήματά σου και στην εξάρτησή σου από τον άλλο, κάτι που σε κάνει να νιώθεις πως θέλεις να πετάξεις αλλά είναι μερικές φορές πολύ βαρύ για να το αντέξεις(το βαρύ μάρμαρο έναντι της ζάχαρης), κάτι που σου δίνει μια υποσχόμενη γλύκα (ψεύτικοι κύβοι ζάχαρης), που σε κάνει να λιώνεις και να παίρνεις φωτιά ή να παγώνεις(θερμόμετρο), αλλά και ποίηση εκφρασμένη από τα δυνατότερα συναισθήματα (αίσθηση κελαϊδίσματος πουλιού). Φυσικά είναι και...Τέχνη (ο υποβόσκων κυβισμός και η χρήση του μαρμάρου ως υλικού).
Όσο για το ψευδώνυμο του Duchamp ως υπογραφή στη βάση του κλουβιού, μας παρέχει με ακόμη ένα στοιχείο. Το Rose, που κάποιες φορές το γράφει ως «rRose» θυμίζει την λέξη ‘Έρως’ και το Selavy, δεν είναι παρά μια φωνητική θύμιση του γαλλικού «C’est la vie». Άρα Έρως c’est la vie!

Και το φτάρνισμα? Ναι ένα φτάρνισμα! Μα είναι απόλυτα ιδιοφυές!
Κάπως έτσι είναι ο έρωτας για τον Marcel Duchamp!

Οπότε αναρωτιέμαι: γιατί μας είναι τόσο δύσκολο γενικά να κάνουμε αυτήν την καθαρτική κίνηση που μας παροτρύνει ο Duchamp; Αυτή την κίνηση που ξεκινά σαν ένα μικρό γαργαλητό, αστείο στην αρχή και, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουμε τι μας συμβαίνει, μας παρασύρει σε μια τεράστια έκρηξη που αφήνει πίσω υγρά κατάλοιπα; Και κυρίως, όπως είπε και ένας φίλος τις προάλλες, γιατί είμαστε πλάνητες[1] και δεν προσπαθούμε να είμαστε πλανευτές; Πού έχουμε χάσει τον δρόμο ή τον στόχο και γιατί σε αυτή την επίπεδη ζωή που ζούμε δύσκολα θα απολαύσουμε την ευεργετική επίδραση ενός…..φταρνίσματος;


[1] πλάνης (ο/η) (πλάνητος) (αρχαιοπρ.) αυτός που μετακινείται διαρκώς, που δεν σταθεροποιείται η θέση, η κατάσταση ή η διαμονή του.

Τετάρτη 3 Νοεμβρίου 2010

Ιστορίες Εκλογικής Τρέλας (Part 1)

''Η ψήφος κερδίζεται με φλερτ''

    Χτες το βράδυ, καθώς περπατούσα αμέριμνη στο δρόμο επιστρέφοντας από το γραφείο, με σταματάει ένας κυριούλης μπροστά σε ένα φανάρι και μου λέει:
-«Συγνώμη, δεσποινίς;»
Γυρνάω κι εγώ, γιατί λέω 21:30 σε πολυσύχναστο δρόμο μεγάλου Δήμου της Θεσσαλονίκης, μάλλον οδηγίες θα θέλει, για να ακούσω το ιδιοφυές:
-«Εδώ ψηφίζεις;»
-«Εδώ» απαντάω, με ένα μειδίαμα στο πρόσωπό μου περισσότερο έκπληξης παρά ενόχλησης.
-«Ορίστε τότε η κάρτα μου», μου λέει χαμογελώντας, «αν θέλεις με ψηφίζεις, και μετά τις εκλογές μπορούμε να πάμε και για ένα ποτό».

    Δέχτηκα λοιπόν την κάρτα του υποψηφίου, τον ευχαρίστησα, του ευχήθηκα καλή επιτυχία και πέρασα τη διάβαση πριν ανάψει το πράσινο στο φανάρι. Χωρίς ωστόσο να καταφέρω να του πω, μιας και η έκπληξή μου δεν άφησε τα αντανακλαστικά μου να λειτουργήσουν, ότι ήμουν κι εγώ υποψήφια (με τον αντίπαλο όμως συνδυασμό!).

    Όταν έφτασα σπίτι σκεφτόμουν το περιστατικό. Ώστε έτσι είναι το καμάκι εν έτει 2010! Ο ενδιαφερόμενος δεν λέει «κοπελιά, μου χαρίζεις το ονοματάκι σου;» ή «να σε κεράσω ένα ποτό;» αλλά «που ψηφίζεις;» Φαίνεται εν τέλει πως αφού η πολιτική απέτυχε να διαφημίσει εαυτόν με πολιτικοκοινωνικούς όρους, είναι ώρα να  επιστρατευτούν περισσότερο καινοτόμες προσεγγίσεις. Ασπρόμαυρες φωτογραφίσεις με casual ντύσιμο, καλλιτεχνικές παρεμβάσεις στις εικόνες(ε ναι, η τέχνη πάντα θα προσδίδει άλλη αίγλη στον υποψήφιο), ξένες ποπ επιτυχίες αντί για Νταλάρα, Θεοδωράκη και άλλους κλασικούς ως εισαγωγή στις ομιλίες και, φυσικά, αυτό που αποδεικνύεται το σημαντικότερο προσόν∙ το φλερτ. Τέρμα πια τα «οράματα», τα «προγράμματα», τα «βλέμματα στο μέλλον», η ψήφος κερδίζεται με φλερτ. Κι εγώ, μπορεί να αντιμετώπισα με χιούμορ την εικόνα ενός πενηνταπεντάχρονου με κοιλίτσα υποψηφίου, αν όμως στη θέση του ήταν ένας τριανταπεντάχρονος, περισσότερο γοητευτικός και ιδελογικά συγκείμμενος με μένα, ίσως και να κέρδιζε την ψήφο μου.

    Σαν υποψήφια δημοτική σύμβουλος σκέφτομαι ότι μπορεί η εποχή του ‘Γκόρτσος-Μαντάς’ να έχει περάσει ανεπιστρεπτί, κάτι όμως μου λέει ότι η προσέγγιση της Γεωργίας Βασιλειάδου στο «Η κυρία Δήμαρχος» που, αναφερόμενη στα «όπλα» των γυναικών, έλεγε ότι η πολιτική χρειάζεται φλέρτ και σκέρτσο, είναι ακόμη επίκαιρη. Αν αυτό πράγματι ισχύει, μάλλον κάτι λάθος έκανα μέχρι τώρα με την προεκλογική μου καμπάνια. Ίσως να πρέπει να πετάξω βιβλία, προγράμματα, και όλες τις προτάσεις που μελετάω για τον πολιτισμό ως προεκλογική εκστρατεία και να ρίξω το βάρος στις γόβες, το μακιγιάζ, τις δημόσιες σχέσεις και το νάζι.