Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

μεγάλες αλήθειες απογευματινού καφέ


 
   Τελικά κατέληξα τι είναι αυτό που με «φτιάχνει» απόλυτα σε αυτή τη ζωή: ο καφές και η κουβέντα. Αν είναι σε συνδυασμό, ακόμα καλύτερα. Aπίστευτο σε πόσες σκέψεις μπορεί να με βάλει ένας απογευματινός καπουτσίνο μπροστά σε ένα μπαρ με τον Springsteen να τραγουδάει
‘I gotta find out how it feels, I want to know if love is wild, girl I want to know if love is real’.

 

   Άλλο ένα απόγευμα λοιπόν, σε μια πόλη που ετοιμαζόταν για βροχή, κι εγώ να πίνω καφέ με ένα φίλο που είχα να δω καιρό, όπου  μεταξύ διαφόρων νέων ο φίλος μου με ενημέρωσε ότι χώρισε με την πρώην του όταν εκείνη έμαθε για τις…«κουτσουκέλες» του…

   Επιστρέφοντας σπίτι, αποφάσισα να αγνοήσω τη σαδιστική μικρή φωνούλα που μου φώναζε ‘ένοχος, κύριε πρόεδρε, καταδικάστε τον χωρίς ελαφρυντικά και κάψ’τε τον στην πυρά!’, και, χωρίς ηθικολογίες και επιδερμικούς αφορισμούς, να μην κρίνω τίποτα και κανέναν. Δε μπορούσα ωστόσο να πάψω να αναρωτιέμαι για το λόγο πίσω από την πράξη. Τι μας ωθεί άραγε προς τα εκεί; Έχει γίνει η «σεξουαλική» επιβεβαίωση το μεγάλο μας απωθημένο σαν λαός; Ή μήπως είναι τις συναισθηματικές «ανάγκες» μιας σχέσης που ψάχνουμε να απαλύνουμε, «φροντίζοντας» εκείνες του κορμιού;

   Συνειδητοποίησα πως στις μέρες μας ο μόνος μας φόβος σε μια σχέση είναι η απιστία. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα επίσης. Όμως το κενό που υπάρχει πριν στη σχέση το μετράει άραγε κανείς; Μπορεί να κάνω λάθος αλλά θεωρώ ότι αν έχεις περάσει τα 25, ως εκ τούτου έχεις μια επιρροή στις ορμές σου, ο λόγος για μια απιστία είναι κυρίως κάποιο κενό στη σχέση σου. Που θα υποδηλώσει ότι μετά από λίγο θα χωρίσεις. Αλλιώς τι την κάνεις τη ρημάδα τη σχέση; Για να καταπιέζεσαι κι εσύ κι ο άλλος;(παίζει βέβαια πάντα και το ενδεχόμενο να είσαι βλαμμένος/η και να έχεις μείνει συναισθηματικά στην ηλικία των 16 αλλά σε αυτή την περίπτωση δε μπορώ να κάνω κάτι folks.) Κάτι πάντως χωλαίνει στην επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και φτάνουμε εκεί. Πνευματική ή/και σεξουαλική. Γι’αυτή την έρμη την επικοινωνία όμως δεν ενδιαφερόμαστε ποτέ. Για τους περισσότερους αρκεί ο/η σύντροφος να είναι πιστός/ή και τότε πολλά από τα υπόλοιπα παραβλέπονται. Δεν κοιτάμε ποτέ μια σχέση από απόσταση όσο είμαστε μέσα σε αυτή παρακολουθώντας κυρίως τη δική μας συνεισφορά σε αυτή. Μας νοιάζει μόνο ο άλλος να μας είναι πιστός. Το δε τραγελαφικό είναι το εξής:  αν ο/η άλλος το σκέφτεται όλη μέρα, φαντασιώνεται άλλους/άλλες, φλερτάρει, μιλάει με τους πάντες στα κοινωνικά δίκτυα και όμως δε κάνει τίποτα, σχεδόν δε πειράζει(επειδή προφανώς δε θα το μάθουμε ποτέ), μετράει μόνο αν «κάνει» κάτι. Και όταν όόόλα τα προβλήματα έρθουν στην επιφάνεια από αυτό το «κάτι» που θα κάνει  ο/η άλλος/η…πέφτουμε από τα σύννεφα! Και μετά, κολλάμε μόνο στο συγκεκριμένο θέμα και σβήνουμε όλες τις προηγούμενες συμπεριφορές; Και δικές του/της και-κυρίως-δικές μας. Χίλια καλά να μας έχει κάνει, τέλειος/α να είναι, άπαξ και συμβεί το απονενοημένο… σβήνονται όλα. Σε πήρε και σε σήκωσε. Είσαι πλέον εχθρός.

  Πριν μου την πέσει όλο το φεμινιστικό κίνημα να πω πως όχι, δεν δικαιολογώ την πράξη του φίλου μου (εδώ η σαδιστική φωνούλα μέσα μου δυναμώνει και λέει πως αν μου το'κανε εμένα θα του'χα φέρει όλα τα βιβλία του Πικάσο στο κεφάλι-είναι βαριά η τέχνη και θα ήθελα να του προκαλέσω όσες σωματικές βλάβες γίνεται!), απλώς κατανοώντας κι εκείνον λίγο εκτός από την κοπέλα, μιας και νομίζω ότι και οι άντρες θέλουν την ασφάλεια, την οικειότητα, την εμπιστοσύνη και το πολύ σεξ μιας σχέσης. Αν κάτι από αυτά τους λείπει, χωρίζουν(ή δοκιμάζουν πρώτα πριν χωρίσουν και εδώ ναι, θα το παραδεχτώ, ο φίλος μου υπήρξε τέρρρας ολκής!). Το ίδιο όμως κάνουν και πολλές γυναίκες, μη κοροϊδευόμαστε. Γι’αυτό καλό θα ήταν γλυκούληδες και κουκλίτσες μου, γενικά να μη κοιτάμε μόνο απέναντι∙ να στραφούμε λίγο και στο τι κάνουμε εμείς, έτσι;

 

   υ.γ. Η συζήτηση με έβαλε και σε δεύτερες σκέψεις. Για θέματα που αφορούσαν τον Πόθο αυτή τη φορά και το μεγάλο του καταφύγιο το μυαλό. Αλλά σε θέματα Πόθου θα επανέλθω μελοντικά…

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

'Απληστία'



Τρεις δυνάμεις κινούν τον κόσμο, είπε κάποτε ο Αϊνστάιν: «Η ανοησία, ο φόβος και η απληστία».

 

   Λίγες ώρες προτού αλλάξει ο χρόνος, πίνοντας κρασιά σε μια χαλαρή ατμόσφαιρα εορταστική ευφορίας, με ρωτά ένας φίλος τι περιμένω από τη Νέα Χρονιά. Ξαφνιάστηκα από την ερώτησή του. Από τη μια, κανείς δε με είχε ξαναρωτήσει κάτι τέτοιο, από την άλλη αυτές δεν είναι οι ‘Αποφάσεις τις Νέας Χρονιάς’ που ελαφρά τη καρδία παίρνουμε και ποτέ σχεδόν δεν πραγματοποιούμε; Και τώρα; Τι να έλεγα σε κάποιον που δεν ήξερα και καλά, αλλά που τα μάτια του με ανάγκαζαν να είμαι ειλικρινής; Ότι το μόνο που είχα αποφασίσει ήταν να μην ξανακάνω τα λάθη της προηγούμενης; Αφού δίστασα για λίγο, αποφάσισα πως ναι, η ειλικρίνεια είναι πάντα ο καλύτερος δρόμος, και το’πα. «Τα ίδια λάθη να μην κάνω και όλα καλά!» «Εσύ;» ρώτησα μετά κι εγώ. Μεταξύ διάφορων επαγγελματικών σχεδίων, μου απάντησε τα εξής: «Να τα βρω με τον εαυτό μου, να ερωτευτώ και να είμαι λιγότερο άπληστος.»

   Δε ξέρω τι έφταιξε πιο πολύ. Να’ταν ‘ο σπλαχνικός αλκολισμός της μέρας’ που λέει κι ο Καβάφης, να’ταν η συναισθηματική επίδραση του αποχαιρετισμού μιας χρονιάς, να’ταν που αυτός ο σχεδόν άγνωστος άνθρωπος που είχα απέναντί μου είχε μια ιδέα για το πού ήθελε να βαδίσει η ζωή του(και το ζήλεψα αυτό λιγάκι) δε ξέρω, όμως η τελευταία φράση του (…να’μαι λιγότερο άπληστος)κόλλησε το μυαλό μου.


# Άπληστος: α-στερητικό + πληστός= πλήρης, γεμάτος. Ο πλεονέκτης, ο ακόρεστος, ο ανεκπλήρωτος από επιθυμία.#


   Τις επόμενες μέρες σκεφτόμουν συχνά αυτή τη φράση. Ο συνειρμός που έκανα(και που θα κάναμε όλοι) αφορούσε την συνήθη αρνητική έννοια. Του ανθρώπου που, ανικανοποίητος πάντα, υποκύπτει σε ένα από τα χειρότερα θανάσιμα αμαρτήματα. Η ιστορία βρίθει παραδειγμάτων όπου η απληστία δεν οδήγησε σε καλό. Και η σημερινή κοινωνία μας έχει κάνει όλους άπληστουςžυλιστικά πολύ, συναισθηματικά ίσως λιγότερο. Αναμφίβολα η υπερβολή του «εγώ τα θέλω όλα και στον υπέρτατο βαθμό» σαφώς δεν είναι ισορροπημένη, αδιαμφισβήτητα ο άπληστος στην προσπάθειά του να «γεμίσει» υλικά και συναισθηματικά αυτή την ατέρμονη αίσθηση του ανικανοποίητου, θα πληγώσει τους γύρω του, αφού σίγουρα θα χρησιμοποιήσει το ψέμα και την προδοσία για να το πετύχει ενώ ακόμη και η ψυχολογική προσέγγιση σε έναν άπληστο, όπου η απληστία του μεταμφιέζει το «άλγος επιβίωσης από το άχθος του θανάτου», πάλι δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τις πράξεις του.

   Χωρίς ωστόσο να ακυρώνω την κυρίαρχα αρνητική έννοια της απληστίας, ποιος είπε ότι τάχα άπληστος είναι ο συναισθηματικός κανίβαλος ή ο καταναλωτής μονάχα;

   Από την απληστία δομήθηκε η κοινωνία,  αυτή υπήρξε η κινητήριος δύναμη για πρόοδο και έρευνα. Οι αχόρταγοι για ανάπτυξη εξέλιξαν την επιστήμη, κάποιοι από τους μεγαλύτερους ηγέτες δεν υπήρξαν παρά πλεονέκτες με την εξουσία, ενώ οι άνθρωποι που ήταν «άπληστοι» για μάθηση έγιναν οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι. Με αφορμή τους φιλοσόφους τί συντέλεσε στην ανάπτυξη του ελληνικού πολιτισμού και τρόπου ζωής αν όχι το άπληστο πνευματικό στοιχείο; Τί άλλο είναι η αέναη αναζήτηση, η ακύρωση της αδράνειας, παρά απληστία για τη ζωή και όσα έχει να μας δώσει;

   Μπορούμε να είμαστε «συναισθηματικά» άπληστοι ως προς το τι θα δώσουμε και όχι τι θα πάρουμε. Να θέλουμε να δίνουμε όλη μας την αγάπη, το ενδιαφέρον, το είναι μας, Μπορούμε να είμαστε «πνευματικά» άπληστοι ως προς το πώς θα βελτιώσουμε τον εαυτό μας και πώς θα εξελιχθούμε.

   Εν τέλει αν το αντίθετο της απληστίας είναι η πληρότητα που οδηγεί στον εφησυχασμό ενώ η ίδια η απληστία μπορεί να είναι και «ανησυχία» με την έννοια ότι είμαι ενεργός, αμφισβητώ, δημιουργώ και παρ’όλ’αυτά, κυριαρχώ στις νόρμες μου, διαλέγω το δεύτερο.

 

Καλή Χρονιά!

 

Υ.γ. Ευχαριστώ τον Γ. Μια λέξη του ήταν αρκετή να με εμπνεύσει!


 

  


Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

‘όσο υπάρχουν άνθρωποι’


 
(Πολλές φορές αναρωτιέμαι αν είμαι όντως ο άνθρωπος που κάποτε ονειρεύτηκα να γίνω…)

    Οκτώβρης του 2012 λοιπόν, κι αυτός στην εκπνοή του. Η ζωή(λίγο πριν το τέλος του κόσμου αν τελικά έχουν δίκιο οι Mayas) αποδεικνύεται πολύ διαφορετική από ότι τη φανταζόμουν. Μόνο εγώ άραγε; Μάλλον σχεδόν όλοι.
    Αφορμή για τέτοιες σκέψεις στάθηκε μια προσωπική δυσκολία που έτυχε να περάσω. Περιμένοντας στήριξη από τους δικούς μου ανθρώπους-εξαιρώ την οικογένειά μου- συνειδητοποίησα πως κάποιοι από τους ανθρώπους που θεωρούσα πολύ δικούς μου, δεν ήταν εκεί. Αφού όλοι έδωσαν το «παρών» με ένα τηλέφωνο που έλεγε «μη μασάς, όλα θα πάνε καλά», δεν ξαναφάνηκαν ποτέ. Τώρα, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δε με πείραξε και τόσο που κάποιοι δε φάνηκαν ποτέ, τους κατανόησα όλους  γιατί με τόσα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο καθένας σήμερα, όλοι έχουν να λύσουν πολλά δικά τους θέματα. Θα ήταν όμως άδικο αν δεν έλεγα πως υπήρξαν και κάποιοι, που ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για μένα. Στη δική μου περίπτωση άνθρωποι που δεν ήταν και τόσο κοντά μου τυπικά αλλά απ’ότι φάνηκε ήταν ουσιαστικά. Άνθρωποι που έμεναν σε άλλες πόλεις όπως ο φίλος μου ο Νίκος που με έπαιρνε καθημερινά τηλέφωνο και μου έστελνε μήνυμα να δει τι κάνω ή όπως η Έλενα που χωρίς να με ξέρει καλά καλά, προσπάθησε να μου βρει δουλειά.  Ακόμη και όπως ο φίλος μου ο Κώστας(ο μεταμοντέρνος penfriend μου όπως τον λέω για τα mails που στέλνει ο ένας στον άλλο μιας και σπάνια τα λέμε από κοντά).
    Αυτή η συμπαράσταση ξύπνησε μέσα μου ένα αίσθημα αγάπης. Αγάπης για τους ανθρώπους, ναι αυτούς που συνήθως κατηγορούμε, κατακρίνουμε, ζηλεύουμε αντί να αγαπάμε και φροντίζουμε. Με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι παρά την βαθιά κοινωνική(εκτός από οικονομική) κρίση που περνάμε, υπάρχει κάτι που δεν έχει χαθεί. Η…καλοσύνη(-κι ας είναι και των ξένων όπως θα’λεγε και η Μπλανς).
Πού φτάσαμε όμως τελικά…να μην προσδοκούμε στο ενδιαφέρον των άλλων. Και όταν συμβαίνει να το αντιμετωπίζουμε σαν κάτι σπάνιο. Να είναι πλέον απόλυτα λογικό και κατανοητό ο καθένας να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και να μας εντυπωσιάζει ιδιαίτερα αν κάποιος ενδιαφερθεί για μας. Και αυτό που σκέφτομαι είναι αρκετές φορές ειλικρινά με τον εαυτό μου είναι αν εγώ θα έκανα κάτι τέτοιο. Στη θεωρία όλοι νομίζουμε ότι είμαστε αλτρουιστές, όμως στην πράξη; Πριν μερικά χρόνια θα απαντούσα με ένα ηχηρό «ΝΑΙ» το οποίο το υποστήριζα. Σήμερα όμως που μεγαλώνω και τα προβλήματά μου μεγαλώνουν κι αυτά θα νοιαζόμουν ειλικρινά για το πρόβλημα κάποιου ή θα έμενα απορροφημένη στα δικά μου; «Ναι» και πάλι τελικά, όσο υπάρχουν ακόμη άνθρωποι...
 

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

«Δάνεισον Men, Πάταξον Δε»



 
            «Δάνεισον Men, Πάταξον Δε»


    Τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ το δράμα φίλου μου που αγκομαχάει, βαριανασαίνει, σφίγγεται ξεσφίγγεται και γενικώς σε άγχος βρίσκεται και σε βρασμό μεγάλο. Ο λόγος; Στα 36 του χρόνια πρέπει να ζητήσει για πρώτη φορά δανεικά από τον φάδερ. Καταλαβαίνετε ήδη την ειρωνεία της πρότασης ε; «Δανεικά», και δη από γονιό. Δηλαδή και αγύριστα, που, περιττό να συμπληρώσω, μόνο έτσι είναι πια τα δανεικά(γι’αυτό κι εσείς οι λίγοι, οι «μετρημένοι στα δάχτυλα» θα έλεγα, που έχετε ακόμη λεφτά, μη τα δίνετε ούτε για αστείο!), και από γονείς(που δε στρέχονται ως δανειστές αλλά ως…σπόνσορες!). 
    «Τι αγχώνεσαι βρε παιδάκι μου», να του λέω εγώ, που η ντροπή με έχει εγκαταλείψει από τότε που έπιασα δουλειά στον τουρισμό και πουλάω τρύπα κατσαρίδας, κόνιδας και σκουληκιού αντάμα για Deluxe Suite, «τα πράγματα είναι απλά». Θα πας να πεις: «Φάδερ, με γέννησες, μ’ανάθρεψες, δουλεύω από μικρός, τουτέστιν δε σου’φαγα πολλά καθότι εργατικός και τίμιος. Τώρα όμως η κρίση και το ΔΝΤ μου χτύπησαν την πόρτα οπότε πέσε εσύ το ρευστό για να μην πέσω εγώ σε βαθιά μελαγχολία».
    «Δεν είναι τόσο εύκολο ρε συ Λία», να απαντάει αυτός. Εγώ δουλεύω απ’τα 19 μου(μέρμυγκας απ’τα γεννοφάσκια του αυτό το παιδί, πώς τον έχω φίλο απορώ!). Από 19 χρονών κολλάω ένσημα και τώρα να ζητιανεύω για λεφτά;» μου πετάει αυτός δήθεν για να τον λυπηθώ που δουλεύει τόσα χρόνια. Εγώ όμως  που σκάω απ’το κακό μου για τα 17 χρόνια ένσημα(ενώ τα δικά μου μετά βίας φτάνουν τα 2!), δε μασάω, αντιθέτως πετάω το αμπιγιέ δηλητήριό μου σαν κλασική οχιά ζυγός:     
    «Πρώτον, να τα χαίρεσαι τα ένσημά σου, που να δω τί θα τα κάνεις που δε θα πιάνουν μία σε λίγα χρόνια γιατί κανείς δε θα παίρνει σύνταξη(σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι ήμουν πολύ προσεκτική να μην δαγκώσω τη γλώσσα μου και πάω από δηλητήριο πριν πω το καλύτερο). Και δεύτερον, ίσα ίσα θα έπρεπε να μην στενοχωριέσαι αλλά να χαίρεσαι! Ναι, να χαίρεσαι διότι έχεις να δανειστείς από κάποιον! Σπάνιο ενδεχόμενο θα μου πεις, αλλά εσένα σου συμβαίνει, και γι’αυτό θα πρέπει να είσαι ευτυχής!» «Kαι πώς θα το πω ρε Λία;», πάλι αντιδραστικός αυτός, «πατέρα, χαίρομαι που με μεγάλωσες και με έκανες κοτζάμ άντρα, τώρα για να ανταποδώσεις την ευτυχία που σου έδωσα….πλέρωνε;»
    «Ναι, κάπως έτσι το σκεφτόμουν», απαντάω η κυνική νυφίτσα εγώ. Εκτός κι αν θέλεις να ακολουθήσεις τον έτερο αποτελεσματικότατο, ανυπέρβλητα γλυψιματικό δρόμο της γαλιφιάς και οπότε να πέσεις στα πόδια του, να κλαφτείς και να πεις με βουρκωμένα μάτια: «Δάνεισον Men, Πάταξον Δε…»

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2012

«Υποκοριστικά»




    Λίγες μέρες μετά την αλλαγή του χρόνου και σαν κάτι να μ’έχει πιάσει και άρχισα να αναπολώ στιγμές της ζωής μου. Συνειδητοποιώντας τάχιστα ότι στα επαγγελματικά…απέτυχα(!),  στα οικονομικά…απέτυχα(!), στο να επιτύχω…απέτυχα(!), κατέληξα πολύ γρήγορα στο συμπέρασμα ότι μόνο με τα αισθηματικά άξιζε ο κόπος να ασχοληθώ και να δω επιτέλους τι τελοσπάντων είχα κάνει. Τότε ήταν που μου ήρθε στο μυαλό ένα πολύ παλιό στο-περίπου-παρ’ολίγον-φλερτ.

    Εγώ, για να είμαι ειλικρινής, γατούλα δεν είμαι. Είμαι το είδος ανθρώπου που πολλές φορές αποκαλεί τους φίλους με παρατσούκλια ή διαφόρων ειδών προσφωνήσεις όπως ‘dear’, ‘darling’, ‘αγάπη’, ή ακόμη και ‘αλάνι’ ή ‘τρελοκομείο’ όταν πρόκειται για την τρελή κολλητή. Τώρα τελευταία μάλιστα έχω υιοθετήσει και το ‘πριγκίπισσα’ για τις εκκεντρικές φίλες μου, και μου αρέσει γιατί όλα αυτά διαφοροποιούν τη ζωή μας από τα ανιαρά και καθημερινά ‘Μαρία’, ‘Σοφία’, ‘Κώστα’, ‘Μπάμπη’. Στoυς άντρες από την άλλη, άντε να έβαζα δειλά την κατάληξη –άκη (π.χ. Δημητράκη, Γιαννάκη, Κωστάκη), ή το πολύ πολύ ένα «μου» κι αυτό μετά από καιρό.

    Γνωρίζω λοιπόν ένα «συμπαθητικούλη» τύπο, που γενικά ήταν μες στην ευγένεια και τις ωραίες συμπεριφορές. Μου άνοιγε την πόρτα να περάσω, μου έβαζε νερό ή κρασί όταν βγαίναμε για φαγητό, μου κρατούσε το παλτό να το φορέσω. Ο «περί ου ο λόγος», από την πρώτη μέρα που εκδηλώθηκε ο πόθος είχε τα υποκοριστικά στο τσεπάκι. Και τι υποκοριστικά! Ατάκες που ξεκινούσαν από «μωρό μου/μωράκι μου», «λατρεία μου», «καρδούλα μου», «ψυχή μου», και έφταναν μέχρι «έρωτά μου» και «αγάπη μου». Αποκορύφωμα όλων το… «ματάκια μου»!!! Και άντε το «μωρό μου» παλευόταν, είναι και κάτι που σε παίρνει να το πεις και στο ξεκίνημα μιας σχέσης, το «έρωτά μου» και το «αγάπη μου» όμως; Εγώ για να φτάσω ως εκεί, το θεωρούσα  όχι απλώς σημαντικό βήμα αλλά…‘μάνα επιτέλους θα ζήσεις το όνειρο, παντρεύομαι!’

    Βέβαια, για να πω την αλήθεια, οι περισσότερες προσφωνήσεις δε με πολυενοχλούσαν, πέραν του ότι καταλάβαινα ότι ήταν υπερβολικές. Μετά όμως που αποδείχτηκε Μέγας Φλώρος με ενοχλούσαν όλα!. Το «ματάκια μου» όμως, ε όχι, αυτό με ενοχλούσε απ’την αρχή. Το «ματάκια μου» (το οποίο σταδιακά έγινε και «ματάκια» σκέτο, ως εκ τούτου ακόμη πιο τραγικό) με έκανε να νιώθω η Σούλα απ’το Μπουρνάζι με τσίχλα στο στόμα, λαμέ φούστα και κάργα εξτένσιον στο μαλλί. Άσε που μέχρι τότε για μένα το «ματάκια» ήταν ατάκα που θα περίμενα μόνο από μπουζουκόβιο τύπο με χρυσή καδένα στο λαιμό και τρίχα στο ρουθούνι! Ο «περί ου» ωστόσο, μολονότι ουδεμία σχέση είχε με την παραπάνω περιγραφή(εξωτερικά τουλάχιστον, γιατί εσωτερικά απ’ότι αποδείχτηκε προσέγγιζε λίγο, βλ. παραπάνω «μέγας φλώρος»), επέμενε να με αποκαλεί έτσι ενώ εγώ χαμογελούσα σα χαζή χωρίς να ξέρω πώς να αντιδράσω!   

    Λίγο καιρό μετά, και αφού η προσπάθεια σχέσης με τον «περί ου» δεν εστέφθη με επιτυχία(μήπως αιτία μεταξύ άλλων ήταν και το «ματάκια»;), χωρίσανε οι δρόμοι μας. Κάποια στιγμή μετά από καιρό γνωρίζω έναν άλλο τύπο, καθ’όλα διαφορετικό που από την αρχή της σχέσης μας το μόνο που έλεγε ήταν ένα ανυπέρβλητο, ένα υπέροχο...Λία μου. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.

    Δε ξέρω αν ήταν το συναισθηματικό δέσιμο, αλλά μου έκανε τρομερή εντύπωση το πώς κατάφεραν να με επηρεάσουν τόσο αυτές οι λέξεις. Δεν έχω δα και κάποιο εντυπωσιακό όνομα, ένα απλό ‘Λία’ με τρία γράμματα είναι(το οποίο βγαίνει και από το Ευαγγελία που είναι χέστα κι άστα). Ήταν μήπως επειδή ήμουν ερωτευμένη σφόδρα με το πρόσωπο που τις πρόφερε; Ήταν αυτή η απλότητα που έψαχνα σε όλα τα υποκοριστικά με το οποία με προσφώνισαν στο παρελθόν; Ή μήπως εκείνη την στιγμή κατάλαβα επιτέλους ότι αυτό που ήθελα πάντοτε δεν ήταν να είμαι κάποιου ο «έρωτας», η «καρδούλα» του, η «αγάπη» του, το «μωρό» του, η «ψυχούλα» του, τα «ματάκια» του, αλλά μόνο απλά και υπέροχα η….. «Λία του»;


Υ.Γ. Αφιερωμένο στη «Τζούσυ» και τον «Τζέρεμυ». Τα καλύτερα παρατσούκλια ever!!!





Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2011

Αν...





Αν ήμουν ξανθιά, με μακριά μαλλιά λίγο κυματιστά που θα λαμπύριζαν στον ήλιο, σαν πριγκίπισσα…..

Αν είχα καταγάλανα μάτια με λίγο γκρι…γατίσια...

Αν είχα το δικό μου σπίτι με τέλεια έπιπλα σε γήινες αποχρώσεις, ζεστό αλλά και μοντέρνο, με υπέροχη θέα…

Αν είχα υπέροχο σώμα, πρόσωπο χωρίς ίχνος ατέλειας, χείλη σαρκώδη, επιδερμίδα απαλή σαν μωρού…

Αν η κολλητή μου είχε σπίτι στην Ρώμη και με καλούσε συνέχεια…

Αν με έλεγαν Ιοκάστη ή Γκίζελα ή Δανάη…

Αν δε θύμωνα ποτέ και όλοι θαύμαζαν την ηρεμία μου και το πόσο στωικά και αισιόδοξα αντιμετώπιζα τα πάντα…

Αν ντυνόμουν πάντα τέλεια, με την τελευταία λέξη της μόδας, απλά και εκθαμβωτικά…

Αν ήξερα τέλειο τένις, βιολί, ιταλική μαγειρική, γεωγραφία…

Αν είχα ωραία φωνή και όταν τραγουδούσα μαγεύονταν όλοι και μου ζητούσαν κι άλλο κι άλλο…

Αν ήμουν γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, με τεράστια περιουσία αλλά ευγενή αισθήματα και παντελή έλλειψη ξιπασιάς…

Αν η κρίση για μένα ήταν ευκαιρία να ασχοληθώ με όλα αυτά που χρόνια δε προλάβαινα να κάνω και όχι μια σαρωτική αβεβαιότητα που παγώνει το είναι μου…

Αν είχα διαβάσει τα άπαντα του Ντοστογιέφσκι και μπορούσα να αναλύσω τις προεκτάσεις της ηθικής στο ‘Έγκλημα και Τιμωρία’…

Αν άκουγα κλασική μουσική και ξεχώριζα τις 4 εποχές του Vivaldi…

Αν ήξερα τι θέλω απ’τη ζωή μου…

Αν μπορούσα να κάνω σοβαρή πολιτικοοικονομικοκοινωνική συζήτηση και ταυτόχρονα να φαίνομαι ανυπέρβλητα σέξι…

Αν γυρνούσαν όλα τα βλέμματα των αντρών πάνω μου όταν έμπαινα σε ένα μαγαζί…

Αν είχα γράψει μια ποιητική συλλογή που θα γινόταν τρελή επιτυχία και στις παρουσιάσεις όταν τελείωνα την ανάγνωση και με χειροκροτούσαν όλοι, εγώ θα απαντούσα με ένα συνεσταλμένο μειδίαμα και θα κοκκίνιζα από ντροπή…

Αν ήμουν πάντα η ψυχή της παρέας…απρόσιτη αλλά και προσιτή, αψεγάδιαστη πάντα, με ένα υπέροχο μακρύ φόρεμα να τονίζει τους ώμους και ένα κρεμαστό με μια πριγκίπισσα πάνω, τέλεια κι αυτή όπως κι εγώ, όλοι να κρέμονται απ’τα χείλη μου, όλοι με κοιτούν, χιλιάδες μάτια με καρφώνουν, το κρεμαστό ανεβαίνει στο λαιμό μου και με σφίγγει, με σφίγγει, δεν αντέχω άλλο, δε μπορώ, πνίγομαι….

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

το ΤΕΡΑΣ της ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑΣ!


    Εγώ παίδες θα το πω: ΔΕΝ είμαι επαναστάτρια! Για την ακρίβεια, είμαι μια κότα που οργανώνω -και περιορίζω- τις επαναστάσεις μου στον καναπέ. Πιστεύω ως εκ τούτου στην ενδέκατη εντολή ‘ου χαλάσεις την ψυχική σου ηρεμία για την γραφειοκρατία’.
    Όλα αυτά όμως μέχρι την προηγούμενη βδομάδα που έπρεπε να πάω στη γραμματεία της σχολής και να πάρω την βεβαίωση του μεταπτυχιακού. Καλά καταλάβατε παίδες, μια απλή βεβαίωση που να δείχνει ότι έχω μαστεροποιηθεί και την οποία ήθελα για να κάνω μια ρημαδοαίτηση για μια δουλειά(καθότι μέλος του γκρουπ «Ανεργόπουλοι Ενωμένοι Ατερμόνως Ηττημένοι»). Σημείωση πρώτη: Πού πας ρε καραμήτρο να συναλλαγείς με το δημόσιο με ανάδρομο Ερμή; Δηλαδή, αυτό είναι κάτι που γενικά δύσκολα τολμάς, αλλά όταν είναι ο Ερμής ανάδρομος, δεν το σκέφτεσαι καν! Απτόητη εγώ η αδαής από τους οιωνούς ξεκινάω και μπαίνω  στο site του Αριστοτελείου να δω τι χαρτιά πρέπει να ετοιμάσω. «Η σελίδα βρίσκεται υπό ανακατασκευή», μπαμ μπροστά μου. Δεν πτοούμαι όμως διόλου παίδες. Λέω, «ε, οκ, μωρέ, θα πάω αύριο απ’τη σχολή». Πρωί πρωί με την αυγούλα και με βροχή και 5 μποφώρ, πάω ως τη σχολή(η οποία βρίσκεται στον τρίτο όροφο και αυτό να σημειωθεί διότι είναι πολλά τα σκαλιά Άρη). «Ναι, ναι, είναι off η σελίδα εδώ και ένα μήνα», μου απαντάει η γραμματέας με ύφος ‘αχ πόσο πλήττω που ξεφύτρωσες εσύ μπροστά μου και πρέπει να δουλέψω αντί να λιώσω στο facebook’, «πάρε εδώ αυτή την αίτηση, συμπλήρωσέ τη, πάρε και το χαρτί με όσα δικαιολογητικά χρειάζεσαι, μάζεψέ τα και πήγαινέ τα στην Κεντρική Βιβλιοθήκη. Αύριο όμως γιατί μπορείς μόνο 12-1 το μεσημέρι.» Πήρα το χαρτί, πήρα και το βλέμμα απορίας μου γιατί μόνο 12-1, δηλαδή τι σκατά κάνουν τις υπόλοιπες ώρες και δε μπορούσαν να δεχτούν μια βρωμοαίτηση, και έφυγα.
    Την επόμενη μέρα, αφού εκτύπωσα πρώτα δύο(!) αντίτυπα της εργασίας μου(35ευρώ) για την βιβλιοθήκη της σχολής μου, και έφτιαξα και ένα CD rom με την εργασία σε μορφή pdf και δύο παραγράφους μία στα ελληνικά και μία στα αγγλικά στις οποίες περιέγραφα το θέμα της εργασίας για την κεντρική βιβλιοθήκη(όλα αυτά ήταν τα δικαιολογητικά), ξαναπήρα το δρόμο για τη σχολή. Πρώτη στάση: η γραμματεία της σχολής στην οποία έπρεπε να αφήσω τα έντυπα αντίτυπα της πτυχιακής. Σημείωση δεύτερη: Ουέ κι αλίμονο αν μπλέξεις με γραμματείς. Έχω πια πειστεί ότι τους διαλέγουν με μοναδικό κριτήριο το βαθμό ηλιθιότητάς τους. Όσο πιο γκάου τόσο πιο καλά. «Α, τελικά δεν χρειαζόμαστε τις εργασίες σε έντυπη μορφή», με πληροφόρησε η εκεί γραμματέας. «Τα θέλουμε κι εμείς σε μορφή pdf, φτιάξτε δύο cd και μου τα φέρνετε. Μη στενοχωριέστε για τα αντίτυπα, κάπου θα βρεθεί να τα δώσετε». «Μα, στην αίτηση που αναφέρονται τα δικαιολογητικά, δε λέει για ψηφιακή μορφή», επέμεινα εγώ. «Ε ναι, εκεί δεν το έχουμε γράψει ακόμη, αλλά σε ψηφιακή μορφή τα θέλουμε». «Όχι», είπα μέσα μου, «δε θα εκνευριστείς, ούτε με τους άχρηστους γραμματείς, ούτε με το τέρας της γραφειοκρατίας. Υπομονή», και άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες γιατί αν ξεκινούσα έτσι, παίδες, τη διανομή αιτήσεων, φανταζόμουν τι με περιμένει αργότερα. Επόμενη στάση: Κεντρική Βιβλιοθήκη. Δίνω την αίτηση, μου την επιστρέφει αμέσως. «Τι έχει;» ρωτάω. «Τι ΔΕΝ έχει να λες. Σφραγίδα από τη γραμματεία σου βλέπεις; Άμα δε βλέπεις, πάρτη πίσω και πήγαινε να σου βάλουν». «Μα, χτες μου την έδωσε την αίτηση και μου είπε να τη συμπληρώσω και να τη φέρω σε σας. Δε μου είπε τίποτα για σφραγίδα». «Δε ξέρω τι σου είπε και τι δε σου είπε, χωρίς σφραγίδα εγώ δε τη δέχομαι.» «Φέρε και το cd rom εδώ να το ελέγξω κι αυτό». Με φόβο και τρεμάμενο χέρι έδωσα, παίδες, το cd. «Ωχ, πάρτο κι αυτό πίσω και φέρε άλλο», είπε η «Φράου» γραμματέας. «Τι έχει;», τόλμησα αθώα εγώ. «Ε, βρε κοπελιά»(κοπελιά;;; ε τώρα θα αρχίσω να φορτώνω), «έχεις ξεχωρίσει τις δύο περιλήψεις, αγγλική και ελληνική με παραγράφους. Εγώ θέλω το κείμενο χωρίς παραγράφους» «Μα, σιγά το πράγμα», τόλμησα να φέρω αντίρρηση στη «Φράου» εγώ. «Κοίτα να δεις, εδώ υπάρχει μια διαδικασία. Και είναι ίδια για όλους. Δε μπορούμε να αλλάζουμε τη διαδικασία. Γι’αυτό, πάρτο πίσω και φέρε μου αύριο το διορθωμένο». Σημείωση τρίτη: Αν δεν ήμουν μια επαναστάτρια-κότα του καναπέως τώρα θα τα είχα κάνει λίμπα αλλά….έλα που είμαι κότα και ειρηνικός τύπος. Πάλι πίσω λοιπόν. Πριν φύγω όμως πέρασα ξανά από τη γραμματεία της σχολής(στον τρίτο όροφο ε, μην ξεχνιόμαστε) να πάρω τη σφραγίδα και να βρίσω λίγο και τη βλαμμένη(sic) παίδες, αλλά όταν έφτασα ούτε αυτό το κουράγιο δεν είχα.
    Τέταρτη μέρα λοιπόν. Ξανά εγώ στη γραμματεία. Σφραγίδα: Είχα! Cd Rom με pdf και περιλήψεις ΧΩΡΙΣ παράγραφο: Είχα! Βουρ λοιπόν πρωί πρωί για τη Κεντρική Βιβλιοθήκη. Ευτυχώς σε δέκα λεπτά(και μετά από τρεις μέρες) είχα πάρει την πολυπόθητη βεβαίωση που έλεγε ότι έχω παραδώσει μεταπτυχιακή εργασία και άρα έχω τελειώσει με το (κωλο)μάστερ. Τώρα έμενε να πάω τη βεβαίωση στη γραμματεία για να με γράψουν στα πρακτικά.«Μπορώ να έχω και ένα χαρτί που να πιστοποιεί ότι έχω τελειώσει με το μεταπτυχιακό;» ρώτησα(γιατί ουσιαστικά αυτό χρειαζόμουν για την αίτηση για εκείνη τη δουλειά βλ. πρώτη παράγραφος τέσσερις μέρες πριν). Τι το’θελα παίδες; Η απάντηση που ήρθε με αποστόμωσε.«Φυσικά, αφού πρώτα κατεβείτε στην τράπεζα στο ισόγειο του κτιρίου και πληρώσετε ένα παράβολο ύψους δεκατριών ευρώ με αιτιολογία «αντίγραφο μεταπτυχιακού», θα μου φέρετε την απόδειξη και θα σας δώσω εγώ μια φωτοτυπία(!) του αντιγράφου. Αλλά αύριο γιατί σε δέκα λεπτά η γραμματεία παύει να εξυπηρετεί φοιτητές(!!!)»
    Ε, δεν άντεχα άλλο. Ένιωθα χειρότερα κι από την κωμωδία του Ψαθά
«ανοίγει την μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει την μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, βγάζει το πορτοφολάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει το πορτοφολάκι βγάζει….δε ξέρω κι εγώ τι σκατά από μέσα γιατί αν είναι δικό μου το πορτοφολάκι είναι άδειο!!!» Τι να έκανα όμως. Φούντωσα-ξεφούντωσα, την άλλη μέρα το πρωί πήγα και στήθηκα στο γκισέ του τραπεζικού καταστήματος στο ισόγειο του κτιρίου της γραμματείας, πλήρωσα το παράβολο και πήγα την απόδειξη στη σχολή. Πήρα και το τελευταίο (κωλό)χαρτο και μην τον είδατε τον Παναή(sic).
    Όπως καταλάβατε, αυτό που οπουδήποτε αλλού γίνεται σε πέντε λεπτά, εδώ γίνεται σε πέντε μέρες. Άι σιχτίρ λοιπόν, σκατοπανεπιστήμιο, καθόλου δε μου λείπεις. Και αν είναι να με ταλαιπωρείς τόσο, και επαναστάτρια θα γίνω και τις φιλειρηνικές μου τάσεις θα απαρνηθώ και θα πάρω φόρα και……Γι’αυτό σας λέω παίδες, μακριά απ’το ΤΕΡΑΣ της γραφειοκρατίας! Όλα τα τέρατα έχουν αχίλλειο πτέρνα. Όλα, εκτός από αυτό. Αυτό είναι ικανό να μας ξεπαστρέψει όλους!